layperson

Listen:
 [ˈleɪp3ːrsən]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
layperson nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sb] uninitiated, non-expert)μη ειδήμων, μη ειδικός περίφρ
  (μεταφορικά)ερασιτέχνης επίθ
  απλός άνθρωπος επίθ + ουσ αρσ
  (συλλογικά)απλός λαός επίθ + ουσ αρσ
layperson nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who is not a church minister) (εκκλησία)λαϊκός, κοσμικός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'layperson' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση layperson στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'layperson'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης