lazy

Listen:
 /ˈleɪzɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
lazy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." ([sb]: does little) (καθομ: δεν κάνει πολλά)τεμπέλης επίθ
  ακαμάτης επίθ
  (μειωτικό)τεμπελόσκυλο ουσ ουδ ως επίθ
 He is smart, but lazy.
 Είναι έξυπνος, αλλά τεμπέλης (or: ακαμάτης).
lazy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (slow) (μτφ: αργός)τεμπέλικος, χαλαρός επίθ
  νωθρός, οκνηρός επίθ
  βραδυκίνητος, αργός επίθ
 The lazy river flowed slowly.
 Το τεμπέλικο (or: οκνηρό) ποτάμι κυλούσε αργά.
lazy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (job: sloppy)πρόχειρος, τσαπατσούλικος επίθ
  βιαστικός επίθ
 He did a lazy job on his essay. He didn't even review it for spelling mistakes.
 Έκανε πρόχειρη (or: τσαπατσούλικη) δουλειά με την έκθεσή του. Δεν την έλεγξε καν για ορθογραφικά λάθη.
lazy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (encouraging idleness) (μτφ: αδράνεια)χαλαρός επίθ
 It was such a lazy summer afternoon that nobody wanted to work.
 Ήταν ένα πολύ χαλαρό καλοκαιρινό απόγευμα και κανένας δεν ήθελε να δουλέψει.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
lazy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sloppy, loose)πρόχειρος, χαλαρός επίθ
  ατιμέλητος επίθ
 He had a lazy way of dressing and never tucked in his shirt.
 Είχε πολύ πρόχειρο ντύσιμο και δεν έβαζε ποτέ από μέσα το πουκάμισό του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
bone lazy (US),
bone idle (UK)
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal (does nothing) (καθομιλουμένη)αρχιτεμπέλαρος επίθ
  (καθομιλουμένη)τεμπελχανάς ουσ αρσ
  αρχιτεμπέλης ουσ αρσ
  τεμπέλαρος ουσ αρσ
 Jake does nothing around the house -- he's bone idle!
lazy eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (squint, inability to focus) (καθομιλουμένη)αλληθωρισμός, στραβισμός ουσ αρσ
lazy eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. formal (amblyopia, dim vision in apparently normal eye) (επίσημο)αμβλυωπία ουσ θηλ
 Children with a lazy eye have to wear an eye patch.
lazy person nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who is idle)τεμπέλης, ακαμάτης ουσ αρσ
 Clive's teachers often described him as a lazy person.
lazy-ass adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, slang, vulgar (idle) (καθομιλουμένη, μτφ)τεμπελόσκυλο ουσ ουδ
  (αργκό)τεμπελχανάς ουσ αρσ
 That guy is just a lazy-ass drunk, not a good employee.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'lazy' found in these entries
In the English description:
Collocations: is (such) a lazy person, a lazy [weekend, Sunday, afternoon], a lazy [boy, girl, child, student, teacher], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lazy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lazy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: press | haul

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.