leer

Listen:
 [ˈlɪər]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
leer viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (look lustfully)κοιτάω λάγνα, κοιτώ λάγνα, κοιτάζω λάγνα ρ αμ + επίρ
  (μεταφορικά)χαζεύω ρ μ
  παίρνω μάτι έκφρ
 The teenage boys leered at the girls volleyball team.
 Τα έφηβα αγόρια κοιτούσαν λάγνα την ομάδα βόλλεϋ των κοριτσιών.
leer viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (look maliciously)κοιτάω μοχθηρά, κοιτώ μοχθηρά, κοιτάζω μοχθηρά ρ αμ + επίρ
leer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lustful look)λάγνο βλέμμα επίθ + ουσ ουδ
leer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (malicious look)μοχθηρό βλέμμα επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Synonyms: smirk, ogle, more...
Collocations: [gave, shot] him a leer, What are you leering at?, a [snarling, sinister, drunken] leer, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση leer στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'leer'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: journey | numb

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης