lenient

Listen:
 /ˈliːnɪənt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
lenient adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (tolerant)επιεικής επίθ
 The police officer was lenient, and let John go with a warning.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'lenient' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lenient στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lenient'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: pair | skirt

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.