lenient

SpeakerListen:
 /ˈliːnɪənt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
lenient adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (tolerant) (ανεκτικός)επιεικής επίθ
 The police officer was lenient, and let John go with a warning.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'lenient' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lenient στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lenient'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης