leopard

Listen:
 /ˈlɛpəd/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
leopard nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spotted wild cat) (αιλουροειδές)λεοπάρδαλη ουσ θηλ
 Farmers in the village think that a leopard's killing their sheep.
 Οι αγρότες του χωριού νομίζουν ότι μια λεοπάρδαλη σκοτώνει τα πρόβατά τους.
leopard nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fur of the leopard) (γούνα)λεοπάρδαλη ουσ θηλ
  λεοπάρ ουσ ουδ ακλ
 A coat made from leopard is a little ostentatious for church.
 Ένα παλτό από λεοπάρδαλη είναι λίγο επιδεικτικό για την εκκλησία.
 Ένα παλτό από λεοπάρ είναι λίγο επιδεικτικό για την εκκλησία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
leopard cub nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (baby leopard) (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)λεοπαρδαλάκι ουσ ουδ
  μικρή λεοπάρδαλη επίθ + ουσ θηλ
 We went to the zoo to see the new leopard cub.
leopard print nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pattern imitating leopard's spots)λεοπάρ, λεοπαρδαλέ ουσ ουδ άκλ
  λεοπάρ, λεοπαρδαλέ επίθ άκλ
 She wore her favorite leapard print shirt to the nightclub for a night of dancing.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'leopard' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση leopard στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'leopard'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ stroke

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης