lettuce

Listen:
 /ˈlɛtɪs/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
lettuce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vegetable)μαρούλι ουσ ουδ
 Ben ripped up some lettuce for the salad.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
lettuce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, dated, slang (money: dollar bills)χαρτονόμισμα ουσ ουδ
 The industrial monopolist lit his cigars with lettuce.
lettuce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (similar vegetables) (φυλλώδες λαχανικό)σαλάτα ουσ θηλ
 Rachel grew lamb's lettuce in her garden.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
iceberg lettuce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crisp green salad vegetable)λάχανο άϊσμπέργκ ουσ ουδ
 Iceberg lettuce is a popular salad vegetable but it lacks flavour.
romaine lettuce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cos: leafy green salad vegetable)μαρούλι ουσ ουδ
shredded lettuce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sliced leafy salad vegetable)κομμένο μαρούλι περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'lettuce' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lettuce στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lettuce'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Word of the Day Holiday Poem Contest

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης