lettuce

SpeakerListen:
USUKScot
 /ˈletɪs/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
lettuce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vegetable) (λαχανικό)μαρούλι ουσ.ουδ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
lettuce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, dated, slang (money: dollar bills) (αργκό, χρήματα)λάχανο ουσ.ουδ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
iceberg lettuce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crisp green salad vegetable)λάχανο άϊσμπέργκ ουσ.ουδ.
 Iceberg lettuce is a popular salad vegetable but it lacks flavour.
romaine lettuce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cos: leafy green salad vegetable)μαρούλι ουσ.ουδ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'lettuce' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lettuce στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lettuce'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης