liberal

Listen:
 /ˈlɪbərəl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
liberal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK (politics: progressive, moderate)φιλελεύθερος επίθ
  των Φιλελευθέρων περίφρ
 The partygoers complained about liberal ideas and the current political situation in the country.
liberal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person, attitude: broad-minded)φιλελεύθερος, φιλελευθεριστής επίθ
  ανοιχτόμυαλος επίθ
 Take a liberal approach to the members' suggestions or there will be trouble.
 Ακολούθησε μια ανοιχτόμυαλη προσέγγιση στις προτάσεις των μελών γιατί αλλιώς θα υπάρξει πρόβλημα.
liberal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US (politics: left wing)μη διαθέσιμη μετάφραση
 Liberal social programs are what created this debt.
 Τα φιλελεύθερα κοινωνικά προγράμματα δημιούργησαν αυτό το χρέος.
 Τα κοινωνικά προγράμματα των Φιλελευθέρων δημιούργησαν αυτό το χρέος.
liberal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (quantity: abundant)άφθονος, αφειδής, απλόχερος επίθ
  (καθομιλουμένη)κάμποσος επίθ
 Use a liberal amount of butter in the recipe.
 Χρησιμοποιείστε άφθονο βούτυρο σε αυτή την συνταγή.
liberal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK ([sb] with progressive political views)φιλελεύθερος επίθ ως ουσ
 Liberals and conservatives often fight about politics.
liberal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US ([sb] with left-wing political views)αριστερός επίθ ως ουσ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
liberal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (broad-minded person)ανοιχτόμυαλος επίθ
  προοδευτικός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
college of liberal arts nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (school teaching subjects of general cultural concern)σχολή καλών τεχνών ουσ θηλ
 Keith is a lecturer at the college of liberal arts.
liberal arts nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (humanities and social sciences)ελευθέριες τέχνες επίθ + ουσ θηλ πλ
 Most of those working in the media have backgrounds in the liberal arts. I go to a liberal arts college.
 Οι περισσότεροι από όσους εργάζονται στο χώρο των μέσων ενημέρωσης έχουν κάνει σπουδές στις ελευθέριες τέχνες.
Liberal Studies nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." US (humanities and sciences)μη διαθέσιμη μετάφραση
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'liberal' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση liberal στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'liberal'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.