WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
linked to [sth/sb] adj + prep figurative (caused by, due to)είμαι συνδεδεμένος με κτ/κπ ρ έκφρ
  συνδέομαι με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 Heart disease is linked to lifestyle choices.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
link [sth],
link [sth] and [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(connect) (κάτι με κάτι άλλο)συνδέω, ενώνω ρ μ
 They linked the two carriages to form a longer train.
 Συνέδεσαν (or: ένωσαν) τα δύο βαγόνια για να σχηματιστεί ένα μεγαλύτερο τρένο.
link [sth] with [sth] vtr + prep (connect)συνδέω κτ με κτ, ενώνω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 Gaby used a USB cable to link the printer with the computer.
 Η Γκάμπι χρησιμοποίησε ένα καλώδιο USB για να συνδέσει τον εκτυπωτή με τον υπολογιστή.
link [sb/sth] to [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (connect mentally) (μεταφορικά)συνδέω κπ/κτ με κπ/κτ περίφρ
  συσχετίζω κπ/κτ με κπ/κτ περίφρ
 The detective linked the suspect to the crime scene.
 Ο ντετέκτιβ συνέδεσε (or: συσχέτισε) τον ύποπτο με τον τόπο του εγκλήματος.
link viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be, become connected)συνδέομαι ρ αμ
  είμαι συνδεδεμένος ρ έκφρ
 The carriages linked to form a longer train.
 Τα βαγόνια συνδέθηκαν για να σχηματίσουν ένα μεγαλύτερο τρένο.
link nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (connection) (μεταφορικά)σύνδεση ουσ θηλ
  σχέση ουσ θηλ
 Is there any link between these two murders?
 Υπάρχει κάποια σύνδεση (or: σχέση) ανάμεσα στους δύο φόνους;
link nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of a chain)κρίκος ουσ αρσ
 The chain is only as strong as its weakest link.
 Η αλυσίδα είναι τόσο ισχυρή όσο ο πιο αδύναμος κρίκος της.
link nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (connection in a chain) (μεταφορικά)κρίκος ουσ αρσ
 He's the weakest link in our team.
 Είναι ο πιο αδύναμος κρίκος της ομάδας μας.
link nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (phone, communication)σύνδεση ουσ θηλ
 We lost our link to headquarters, and are trying to call back.
 Χάσαμε τη σύνδεση με τα κεντρικά και προσπαθούμε να τους ξανακαλέσουμε.
link nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (internet hyperlink)λινκ ουσ ουδ άκλ
  (επίσημο)σύνδεσμος ουσ αρσ
 Here's a link to an Internet site that I like.
 Αυτό είναι το λινκ για μία ιστοσελίδα που μου αρέσει.
 Αυτός είναι ο σύνδεσμος για μία ιστοσελίδα που μου αρέσει.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
link nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (means of travel) (μεταφορικά)σύνδεση ουσ θηλ
 There is a bus link from the airport to the subway.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το καλοκαίρι εγκαινιάζεται η αεροπορική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με τα νησιά του Αιγαίου.
links nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (golf course)γήπεδο γκολφ φρ ως ουσ ουδ
 "Murder on the Links" is an Agatha Christie mystery.
 «Ο Φόνος στο Γήπεδο του Γκολφ» είναι ένα μυθιστόρημα μυστηρίου της Αγκάθα Κρίστι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
chain-link fence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wire enclosure)συρμάτινος φράχτης ουσ αρσ
 Private tennis courts are usually surrounded with chain-link fences.
data link nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (digital connection) (πληροφορική)ζεύξη δεδομένων περίφρ
 We set up a data link between the two computers.
link [sth] up vtr + adv (connect)συνδέω ρ μ
 The Laos-Thai bridge links up the two countries.
link up [sth] and [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (connect: two things together)συνδέομαι ρ αμ
link [sth] up with [sth],
link [sth] up to [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(connect: two things) (με κάτι άλλο)συνδέω κτ ρ μ
 We were able to link the computer up to a huge TV screen.
 Μπορέσαμε να συνδέσουμε τον υπολογιστή με τη μεγάλη οθόνη της τηλεόρασης.
link up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal, figurative (people: get in contact)έρχομαι σε επαφή, έρχομαι σε επικοινωνία περίφρ
 The website provides an opportunity for like-minded business people to link up.
link [sth/sb] with [sth/sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (relate to, identify a connection with)συνδέομαι με ρ μ
 Several studies have linked smoking with birth defects.
link [sth/sb] with [sth/sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative (associate with)συσχετίζω με ρ μ
 The rock star has often been linked with bad behaviour such as taking drugs.
microwave link nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (transmission using radio waves)μικροκυματικό δίκτυο έκφρ
  ζεύξη μικροκυμάτων έκφρ
 Microwave links can move large amounts of information at a very high speed.
missing link nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ape man: evolutionary animal)ελλείπων κρίκος ουσ αρσ
 Some people believe Neanderthal Man was the missing link between animals and humans.
missing link nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (missing part of series)κομμάτι, μέρος που λείπει ουσ ουδ
 Please fill in the missing link between the following series of letters: A, B, C ... G, H, I.
missing link nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (missing connection, explanatory fact)συνδετικός κρίκος έκφρ
 His theory was flawed by a missing link between the initial hypothesis and his conclusion.
radio link nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (radio communication setup)ραδιοφωνική σύνδεση ουσ θηλ
 Marconi established the first radio link between England and France in 1899.
weak link nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (flaw in a process)αδύναμος κρίκος ουσ αρσ
 John's claustrophobia was the weak link in their plan to escape by tunnel. He was the weak link who brought down the whole team.
 Η κλειστοφοβία του Τζον ήταν ο αδύναμος κρίκος στα σχέδια τους να δραπετεύσουν από το τούνελ. Αυτός ήταν ο αδύναμος κρίκος που χαντάκωσε όλη την ομάδα.
web link nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (clickable text on an internet page)σύνδεσμος ουσ αρσ
  (κατά λέξη)σύνδεσμος ιστού φρ ως ουσ αρσ
 Here is a web link to the company website.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση linked to στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'linked to'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης