lookout

Listen:
 /ˈlʊkˌaʊt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
lookout nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (observation post)παρατηρητήριο ουσ ουδ
 The police sat at the lookout, watching for criminal activity.
lookout nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (awareness, alert)σκοπιά ουσ θηλ
lookout nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: keeps watch)σκοπός ουσ αρσ
  φύλακας, φρουρός ουσ αρσ/θηλ
 The neighborhood watch assigned a lookout after the local burglary.
lookout nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (observation post)παρατηρητήριο ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
Look out! vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (be careful!)Πρόσεχε! ρ αμ
  Προσοχή! ουσ θηλ
 Look out, an earthquake just started!
look out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (observe from indoors)κοιτάζω έξω ρ αμ + επίρ
 If you look out from the window, you can see the ocean.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
keep on the lookout,
stay on the lookout
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(keep watch)έχω τον νου μου έκφρ
  (μεταφορικά)έχω τα μάτια μου ανοιχτά έκφρ
  είμαι σε επιφυλακή έκφρ
 I'll keep on the lookout and let you know if I spot anything unusual.
keep on the lookout for [sth/sb],
stay on the lookout for [sth/sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(remain vigilant for) (για κάτι/κάποιον)έχω τον νου μου έκφρ
  (μεταφορικά)έχω τα μάτια μου ανοιχτά έκφρ
 Be on the lookout for any suspicious activity in your neighborhood.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'lookout' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lookout στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lookout'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.