loud

Listen:
 /laʊd/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
loud adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (noisy)θορυβώδης επίθ
Σχόλιο: θορυβώδης, θορυβώδης, θορυβώδες
 The bar was so loud that they couldn't hear each other talk.
 Το μπαρ ήταν τόσο θορυβώδες που δεν μπορούσαμε να ακούσουμε τι λέγαμε.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
loud adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (capable of being noisy)δυνατός, ισχυρός επίθ
  (για χώρο)που έχει καλή ακουστική περίφρ
  (για άτομο)βροντόφωνος επίθ
  που έχει δυνατή δωνή περίφρ
 This is a loud auditorium.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Αυτό το ηχείο είναι πολύ δυνατό (or: ισχυρό).
 Αυτό το αμφιθέατρο έχει καλή ακουστική.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μην τον εκνευρίζεις γιατί είναι βροντόφωνος και θα ξεσηκώσει τη γειτονιά.
loud adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (garish, brightly coloured) (μτφ, καθομ)που φωνάζει έκφρ
  έντονος, φανταχτερός επίθ
 Lots of people wear loud clothes when they go to the beach.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Φοράει πάντα ρούχα που φωνάζουν για να τραβήξει την προσοχή.
 Πολλοί άνθρωποι φορούν φανταχτερά ρούχα όταν πάνε στην παραλία.
loud adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (insistent)επίμονος επίθ
 She was loud in her demands to see the shop manager.
 Ήταν επίμονη και είχε την απαίτηση να δει τον υπεύθυνο του καταστήματος.
loud advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (loudly)δυνατά, ηχηρά επίρ
  (ανεπίσημο)φωναχτά επίρ
 She spoke loud to be heard over the music.
 Μίλησε δυνατά (or: φωναχτά) για να ακουστεί πάνω από τη μουσική.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
for crying out loud interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (exasperation)για όνομα του θεού! έλεος! επιφ
 For crying out loud, how many times do I have to tell you to clean your room?
laugh out loud v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (express amusement loudly)γελώ δυνατά, ξεκαρδίζομαι ρ αμ
Σχόλιο: επίσης γελάω
 That joke made me laugh out loud!
loud and clear advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (loudly and clearly)καθαρά και δυνατά φρ ως επίρ
 I hear you loud and clear; we'll do the project your way.
loud and clear adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (obvious)καθαρός, ξεκάθαρος, σαφής επίθ
 The voters sent a loud and clear message in favor of reforms.
out loud advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (clearly, audibly)δυνατά επίρ
  (ανεπίσημο)απ' έξω μου φρ ως επίρ
 Oh my gosh, did I say that out loud? I only meant to think it.
think out loud,
also UK: think aloud
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(say what you are thinking)σκέφτομαι δυνατά, σκέφτομαι φωναχτά ρ αμ + επίρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'loud' found in these entries
In the English description:
Collocations: heard a loud [noise, crash, bang, scream], has such a loud [voice, personality], a loud and [booming, assertive, thunderous] voice, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση loud στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'loud'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: press | haul

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.