lovely

Listen:
 /ˈlʌvlɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
lovely adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (pretty) (όμορφος)ωραίος, χαριτωμένος επίθ
 These are such lovely flowers.
 Τι ωραία (or: χαριτωμένα) λουλούδια!
lovely adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (pleasant) (ευχάριστα)ωραία, όμορφα, καλά επίρ
 We've been having such lovely weather lately.
 Περάσαμε πολύ ωραία χθες βράδυ στο σπίτι σου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
lovely time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (enjoyment) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 Everyone had a lovely time at the party.
 Όλοι πέρασαν πολύ όμορφα στο πάρτυ.
 Όλοι πέρασαν υπέροχα στο πάρτυ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'lovely' found in these entries
In the English description:
Collocations: what a lovely [thought, day, idea, suggestion], is a lovely [dress, color], a lovely [home, house, family, garden], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lovely στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lovely'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: desk | mount

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.