low-income


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
low-income,
low income
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(of or on low earnings)χαμηλού εισοδήματος φρ ως επίθ
  με χαμηλό εισόδημα περίφρ
 This apartment complex is geared to low-income families.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'low-income' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση low-income στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'low-income'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: task | reek

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.