luxury

Listen:
 [ˈlʌkʃəri]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
luxury nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (opulence)πολυτέλεια ουσ θηλ
 Richard spent his days living in luxury.
 Ο Ρίτσαρντ ζούσε μέσα στην πολυτέλεια.
luxury nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (not necessity)πολυτέλεια ουσ θηλ
 People couldn't afford the same luxuries during the recession as before.
 Κατά τη διάρκεια της ύφεσης, ο κόσμος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα για τις ίδιες πολυτέλειες όπως παλαιότερα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
luxury nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] desirable)πολυτέλεια ουσ θηλ
 Ben was allowed the luxury of a free education in his country.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in luxury advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (with an indulgently wealthy lifestyle)στην πολυτέλεια έκφρ
 If I won the lottery, I'd live in luxury on a yacht in the Caribbean.
lap of luxury nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (material comforts)πολυτέλεια, χλιδή ουσ θηλ
 The couple lived in the lap of luxury on a 200-acre estate in Oxfordshire.
life of luxury nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (comfortable and wealthy lifestyle)πολυτελής ζωή επίθ + ουσ θηλ
  ζωή μέσα στην πολυτέλεια έκφρ
  (καθομιλουμένη)πολυτέλειες ουσ θηλ πλ
 My pension does not allow a life of luxury, but it's enough to get by on.
luxury goods nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (expensive non-essential items)είδη πολυτελείας φρ ως ουσ ουδ πλ
luxury liner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cruise ship)κρουαζιερόπλοιο ουσ ουδ
 The luxury liner cruised the Mediterranean with over 500 people on board.
luxury tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tax payable on non-essential goods)φόρος πολυτελείας έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'luxury' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a tax on luxury [goods, items, imports], stayed in a luxury [resort, hotel, beach club], a luxury [house, apartment, penthouse, hotel, property], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση luxury στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'luxury'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: crash | nail

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης