madam

Listen:
 /ˈmædəm/


For the noun: madam
Plural form: madams, mesdames

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
madam,
pl. mesdames
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
usually capitalized (title of respect)κυρία ουσ θηλ
  (παλαιό ή ειρωνικό)μαντάμ ουσ θηλ άκλ
 The officer said to the woman, "Madam, could you please come with me?"
Madam,
Mesdames
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(attached to name or title)κυρία ουσ θηλ
 Madam President, I urge you to approve this measure.
madam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prostitution) (καθομιλουμένη: σε πορνείο)τσατσά ουσ θηλ
  μαντάμ ουσ θηλ άκλ
 The madam ensured the brothel ran smoothly at all times.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'madam' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση madam στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'madam'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: funny | dent

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.