mainspring

Listen:
 /ˈmeɪnˌsprɪŋ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
mainspring nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (primary impetus)κινητήρια δύναμη, κινητήριος μοχλός φρ
  βασικό κίνητρο, πρωτεύον κίνητρο επίθ + ουσ ουδ
mainspring nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (principal spring of a watch) (ρολογιού)κύριο ελατήριο φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mainspring στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mainspring'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: clear | tie

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.