maximum

SpeakerListen:
USScot


For the noun: maximum
Plural form: maximums, maxima

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
maximum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (upper limit) (όριο)μέγιστο ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)μάξιμουμ ουσ ουδ
Σχόλιο: μάξιμουμ: άκλιτο, ξενικό
maximum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greatest extent) (έκταση)μέγιστο ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)μάξιμουμ ουσ ουδ
Σχόλιο: μάξιμουμ: άκλιτο, ξενικό
maximum,
maximal
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(fullest)μέγιστος επίθ
 Erin withdrew the maximum amount from the ATM.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
absolute maximum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greatest or largest possible)ανώτατος ουσ αρσ
maximum likelihood nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greatest probability)μέγιστη πιθανότητα επίθ + ουσ θηλ
 The maximum likelihood of a Down's Syndrome patient achieving a PHD is virtually nil.
maximum-security prison nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prison with greatest precautions against escape)φυλακή υψίστης ασφαλείας φρ ως ουσ θηλ
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται συχνά στον πληθυντικό, ως «φυλακές υψίστης ασφαλείας».
 The serial killer was sentenced to life imprisonment in a maximum-security prison.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'maximum' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση maximum στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'maximum'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης