maximum

Listen:
 /ˈmæksɪməm/


For the noun: maximum
Plural form: maximums, maxima

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
maximum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (upper limit)μέγιστο επίθ ως ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)μάξιμουμ, φουλ ουσ ουσ άκλ
  (καθομιλουμένη)τέρμα ουσ ουδ
  (ανεπίσημο)όσο πάει φρ
 Dan filled the bucket to the maximum.
maximum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greatest extent)μέγιστο επίθ ως ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)μάξιμουμ, φουλ ουσ ουσ άκλ
  (καθομιλουμένη)τέρμα ουσ ουδ
  (ανεπίσημο)όσο πάει φρ
 The politician wanted to push her advantage to the maximum.
maximum,
maximal
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(fullest)μέγιστος επίθ
  (καθομιλουμένη)μάξιμουμ επίθ άκλ
 Erin withdrew the maximum amount from the ATM.
maximum advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (at the most)το μέγιστο, το πολύ φρ ως επίρ
  (καθομιλουμένη)μάξιμουμ επίρ
 If we work together we'll be done in 15 minutes, maximum.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
max nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (maximum)μέγιστο επίθ ως ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)μάξιμουμ ουσ ουδ άκλ
 The max I will pay is twenty dollars.
max adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal, abbreviation (maximum)μέγιστος, ανώτατος επίθ
  (καθομιλουμένη)μάξιμουμ επίθ άκλ
 My car's max speed is 120 miles per hour.
max advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (at the most)το πολύ φρ ως επίρ
  (ανεπίσημο)μάξιμουμ, μαξ επίρ άκλ
 That guy is 30, max.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
maximum | max
EnglishGreek
absolute maximum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greatest or largest possible)ανώτατος ουσ αρσ
maximum likelihood nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greatest probability)μέγιστη πιθανότητα επίθ + ουσ θηλ
 The maximum likelihood of a Down's Syndrome patient achieving a PHD is virtually nil.
maximum-security prison nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prison with greatest precautions against escape)φυλακή υψίστης ασφαλείας φρ ως ουσ θηλ
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται συχνά στον πληθυντικό, ως «φυλακές υψίστης ασφαλείας».
 The serial killer was sentenced to life imprisonment in a maximum-security prison.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'maximum' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση maximum στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'maximum'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: well | rave

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.