Listen:
Σχετικά με το ρήμα: "to mean " Αόριστος meant Παθητική Μετοχή meant
mean :
WordReference English-Greek Dictionary © 2012 Κύριες Μεταφράσεις
mean vtr (signify) συμβολίζω σημαίνω ρ.μετ.
A green light means "go".
Το πράσινο φως σημαίνει ότι προχωράμε.
mean vtr (entail) έχω ως συνέπεια σημαίνω ρ.μετ.
A delay in our flight means a missed connection.
Η καθυστέρηση σε αυτήν την πτήση σημαίνει ότι θα χάσουμε και την επόμενη.
mean, means npl (resources) χρηματικές πηγές μέσο ουσ.ουδ.
Note : Συνήθως στον πληθυντικό: τα μέσαKevin lacks the means to buy a sports car.
Ο Κέβιν δεν έχει τα μέσα να αγοράσει σπορ αυτοκίνητο.
mean adj (malicious) χαρακτήρας κακός, μοχθηρός επίθ.
προσβλητικό χυδαίος, ποταπός επίθ.
επίσημο κακόβουλος επίθ.
Note : χυδαίος, ποταπός > κακός, μοχθηρός, κακόβουλοςThat was a mean thing you did.
Αυτό που έκανες ήταν κακό (or: μοχθηρό).
Αυτό που έκανες ήταν χυδαίο (or: ποταπό).
Αυτό που έκανες ήταν κακόβουλο.
mean adj (ill-tempered) κακός, άσχημος επίθ.
μεταφορικά δύσκολος επίθ.
He has a mean disposition, and grumbles at everything.
Έχει κακό (or: άσχημο) χαρακτήρα και γκρινιάζει με τα πάντα.
Είναι δύσκολος χαρακτήρας και γκρινιάζει με τα πάντα.
Report an error
mean :
WordReference English-Greek Dictionary © 2012 Σύνθετοι Τύποι:
mean to vtr (intend to) σκοπεύω να ρ.μετ.
έχω πρόθεση να έκφρ.
mean to vtr (do sth intentionally) κάνω επίτηδες, κάνω από πρόθεση έκφρ.
mean to suggest vtr (imply) υπονοώ, υπαινίσσομαι έκφρ.
Did you mean to suggest that you didn't like my shirt?
mean well vi (have good intentions) έχω καλές προθέσεις περίφρ.
mean what you say v (speak sincerely) πες αυτό που εννοείς περίφρ.
Report an error
Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'mean' στον τίτλο:
In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic
See Google Translate's machine translation of 'mean'.