Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


means:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK
mean  means  
mean: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
meanvtr (signify) συμβολίζωσημαίνω ρ.μετ.
A green light means "go".
Το πράσινο φως σημαίνει ότι προχωράμε.
meanvtr (entail) έχω ως συνέπειασημαίνω ρ.μετ.
A delay in our flight means a missed connection.
Η καθυστέρηση σε αυτήν την πτήση σημαίνει ότι θα χάσουμε και την επόμενη.
meansnpl (resources) χρηματικές πηγέςμέσο ουσ.ουδ.
Note: Συνήθως στον πληθυντικό: τα μέσα
Kevin lacks the means to buy a sports car.
Ο Κέβιν δεν έχει τα μέσα να αγοράσει σπορ αυτοκίνητο.
meanadj (malicious) χαρακτήραςκακός, μοχθηρός επίθ.
 προσβλητικόχυδαίος, ποταπός επίθ.
 επίσημοκακόβουλος επίθ.
Note: χυδαίος, ποταπός > κακός, μοχθηρός, κακόβουλος
That was a mean thing you did.
Αυτό που έκανες ήταν κακό (or: μοχθηρό).
Αυτό που έκανες ήταν χυδαίο (or: ποταπό).
Αυτό που έκανες ήταν κακόβουλο.
meanadj (ill-tempered)κακός, άσχημος επίθ.
 μεταφορικάδύσκολος επίθ.
He has a mean disposition, and grumbles at everything.
Έχει κακό (or: άσχημο) χαρακτήρα και γκρινιάζει με τα πάντα.
Είναι δύσκολος χαρακτήρας και γκρινιάζει με τα πάντα.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "mean".
Σύνθετοι Τύποι:
mean tovtr (intend to)σκοπεύω να ρ.μετ.
 έχω πρόθεση να έκφρ.
mean tovtr (do sth intentionally)κάνω επίτηδες, κάνω από πρόθεση έκφρ.
mean wellvi (have good intentions)έχω καλές προθέσεις περίφρ.
mean what you sayv (speak sincerely)πες αυτό που εννοείς περίφρ.

means: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
meansn (that which allows sth)μέσα ουσ.ουδ.πλ.
With his tools and his brain, he had the means to repair any stove.
Με τα εργαλεία του και το μυαλό του, έχει τα μέσα να διορθώσει κάθε σόμπα.
meansv pres (mean)εννοώ ρ.μετ.
He means that he wants to go to the movies tonight.
Εννοεί ότι θέλει να πάει σινεμά απόψε.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "means".
Σύνθετοι Τύποι:
by all meansadv (of course, certainly)βεβαίως, ασφαλώς, σίγουρα επίρ.
by no meansadv (not at all, not in any way)με τίποτα επίρ.
means of productionn (resources: equipment, workers)μέσα παραγωγής ουσ.ουδ.πλ.
means to an endn (method of achieving sth)μέσο προς σκοπό ουσ.ουδ.
not by any meansadv (in no way, by no method)σε καμία περίπτωση, με κανέναν τρόπο εμπρ.
ways and meansnpl (methods)τρόποι ουσ.αρ.πλ.
 μέθοδοι ουσ.θηλ.πλ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'means' στον τίτλο:

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


* This dictionary is new and incomplete. Many entries are still being reviewed by experts.
You will see a gradual improvement over the next few months in both quality and depth.

Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad