militaristic

 /ˌmɪlɪtəˈrɪstɪk/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
militaristic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (glorifying the military)μιλιταριστικός επίθ
 The candidate is too militaristic for left-wing voters.
militaristic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (military)στρατιωτικός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση militaristic στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'militaristic'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ burst

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης