mind

Listen:
 /maɪnd/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (brain)μυαλό ουσ ουδ
  νους ουσ αρσ
 The mind can perceive what the eyes cannot see.
 Το μυαλό αντιλαμβάνεται πράγματα που τα μάτια δεν βλέπουν.
 Ο νους αντιλαμβάνεται πράγματα που τα μάτια δεν βλέπουν.
mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (memory)μυαλό ουσ ουδ
  νους ουσ αρσ
 It slipped my mind.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Όταν έφερε στο μυαλό της όλες τις όμορφες στιγμές που είχαν ζήσει μαζί, έβαλε τα κλάματα.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Όταν έφερε στο νου της όλες τις όμορφες στιγμές που είχαν ζήσει μαζί, έβαλε τα κλάματα.
mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sanity) (πνευματική υγεία)λογικά ουσ ουδ πλ
  (ικανότητα να σκέφτομαι λογικά)μυαλό ουσ ουδ
  (ικανότητα να σκέφτομαι λογικά, ποιητικό)νους ουσ αρσ
 He must have lost his mind!
 Πρέπει να έχει χάσει τα λογικά του!
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έχει χάσει το μυαλό του μαζί της.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η αγκαλιά σου, μάγισσα, το νου μου έχει πάρει.
mind viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (care, object)με πειράζει, με ενοχλεί
  (καθομιλουμένη)έχω πρόβλημα ρ έκφρ
 I'd like to sit here. Do you mind?
 Θα ήθελα να καθίσω εδώ. Σε πειράζει (or: σε ενοχλεί);
 Θα ήθελα να καθίσω εδώ. Έχεις πρόβλημα;
mind [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (attend to) (καθομιλουμένη)κοιτάω, κάνω ρ μ
  ασχολούμαι με ρ μ + πρόθ
 Mind your own business and don't tell others what to do.
 Κοίτα (or: Ασχολήσου με) τη δουλειά σου και μη σε νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι.
mind [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (child, pet: care, supervise) (φροντίζω)προσέχω, φροντίζω ρ μ
  (επιβλέπω)έχω το νου μου σε έκφρ
 My sister minds the kids for me while I'm working.
 Η αδερφή μου προσέχει τα παιδιά όσο εγώ δουλεύω.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έχε το νου σου στα παιδιά όσο θα λείπω.
mind [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pay attention)προσέχω ρ μ
 Mind your manners when you go to the dinner party.
 Να προσέχεις τους τρόπους σου όταν πας στο δείπνο.
mind doing [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (object to) (να κάνω κάτι)με πειράζει, με ενοχλεί
  έχω πρόβλημα ρ έκφρ
 Do you mind having to babysit for your brothers so often?
 Σε πειράζει (or: Έχεις πρόβλημα) που πρέπει να προσέχεις τα αδέρφια σου τόσο συχνά;
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spirit)πνεύμα, μυαλό ουσ ουδ
 In old age, the mind is often willing when the body isn't.
 Στα γεράματα, συχνά το πνεύμα (or: το μυαλό) θέλει, αλλά το σώμα δεν μπορεί.
mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (intellect)μυαλό ουσ ουδ
  σκέψη ουσ θηλ
 He has a quick mind.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έχει πρακτικό μυαλό.
 Έχει γρήγορη σκέψη.
mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: intelligent) (μεταφορικά)μυαλό ουσ ουδ
 She is one of the best minds in the business.
 Είναι ένα από τα καλύτερα μυαλά της επιχείρησης.
mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (opinion)γνώμη, άποψη ουσ θηλ
 Don't change your mind about this issue, please.
 Μην αλλάξεις γνώμη γι' αυτό το θέμα, σε παρακαλώ.
mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (attention)μυαλό ουσ ουδ
  νους ουσ αρσ
 The lost keys were not on his mind and forgotten.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πού έχεις το μυαλό (or: νου) σου;
mind viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (obey) (μτφ, καθομιλουμένη)ακούω ρ αμ
  υπακούω ρ αμ
  είμαι ανυπάκουος ρ έκφρ
 He's always in trouble and doesn't mind.
 Μπλέκει πάντα σε μπελάδες και δεν ακούει (or: υπακούει).
mind viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be careful)έχω το νου μου έκφρ
  προσέχω ρ αμ
 Please mind when you are crossing the road.
 Σε παρακαλώ πρόσεχε (or: έχε το νου σου) όταν περνάς το δρόμο.
mind [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (heed, obey) (μτφ, καθομιλουμένη)ακούω ρ μ
  (επίσημο)υπακούω ρ μ
 Mind your mother and clean your room.
 Άκου (or: Υπάκουσε) τη μητέρα σου και πήγαινε να καθαρίσεις το δωμάτιό σου.
mind [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (watch out)προσοχή σε επιφ
  προσέχω ρ μ
 Mind the slippery steps.
 Προσοχή στα ολισθηρά σκαλοπάτια.
 Πρόσεξε τα σκαλοπάτια, γιατί γλιστράνε.
mind [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (watch)προσέχω, φυλάσσω, επιβλέπω ρ μ
  έχω το νου μου σε έκφρ
 Would you mind the shop for me?
 Θα προσέξεις (or: φυλάξεις) το μαγαζί μου για μένα;
 Θα έχεις το νου σου στο μαγαζί μου για μένα;
mind [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (care about)με νοιάζει, με απασχολεί, με ενδιαφέρει
  ασχολούμαι με, νοιάζομαι για ρ μ + πρόθ
 I don't mind the other commuters' rudeness.
 Δεν με νοιάζει (or: με απασχολεί) η αγένεια των άλλων επιβατών.
 Δεν ασχολούμαι με (or: νοιάζομαι για) την αγένεια των άλλων επιβατών.
mind [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be disturbed by)με ενοχλεί, με εκνευρίζει
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)μου τη δίνει έκφρ
 I very much mind the intrusions of government.
 Με ενοχλούν (or: εκνευρίζουν) πολύ οι παρεμβάσεις της κυβέρνησεις.
 Μου τη δίνουν οι παρεμβάσεις της κυβέρνησεις.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
bear in mind that,
bear [sth] in mind
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(consider, take into account)έχω στο νου μου έκφρ
 Bear in mind that we already have an enormous sum invested in the project.
bearing in mind,
bearing in mind that
conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that."
(considering that)έχοντας υπόψη, έχοντας κατά νου φρ
  λαμβάνοντας υπόψη φρ
  αν αναλογιστούμε ότι φρ
 That is a great score, bearing in mind that you just started studying yesterday.
blow [sb]'s mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (astound [sb](μτφ: εκπλήσσομαι)τα χάνω, μένω με το στόμα ανοιχτό φρ
  (μτφ: εκπλήσσω κάποιον)κάνω να τα χάσει, αφήνω με το στόμα ανοιχτό φρ
  (αργκό, υβρ: εκπλήσσομαι)μένω μαλάκας φρ
  (αργκό, υβρ: εκπλήσσω κάποιον)αφήνω μαλάκα φρ
 When I heard about the revolutionary new cancer treatment, it blew my mind.
bring [sb/sth] to mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (recall) (θυμάμαι)φέρνω στο μυαλό μου περίφρ
 The smell of bread baking brings to mind the years I spent in boarding school.
call [sth] to mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (remind)υπενθυμίζω ρ μ
 Your story calls to mind the day I wore my evening gown to a staff meeting.
change of mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reversal of decision)αλλαγή γνώμης ουσ θηλ
 She's had a change of mind and now says she won't marry me.
change your mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (reverse your decision)αλλάζω γνώμη έκφρ
 I changed my mind and decided to go to the party after all.
closed mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (not accepting new ideas)στενομυαλιά ουσ θηλ
 His closed mind will not allow him to even think about it.
come to mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be recalled)έρχομαι στο μυαλό/στη μνήμη έκφρ
 He tried to solve the problem by brainstorming, jotting down the first thing that came to mind.
cross your mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (occur to you, enter your thoughts)περνώ από το μυαλό έκφρ
 Don't tell me a wicked thought has never crossed your mind.
dismiss [sth] from your mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (give no more thought to [sth])βγάζω από το μυαλό φρ
 I quickly dismissed the idea from my mind.
 Πολύ γρήγορα έβγαλα την ιδέα από το μυαλό μου.
drive [sb] out of his/her mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (annoy) (καθομιλουμένη)σπάω τα νεύρα σε κπ, βγάζω κπ εκτός εαυτού φρ
 The baby's constant crying drove James out of his mind.
drive [sb] out of his/her mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (arouse sexually) (μεταφορικά)τρελαίνω, φτιάχνω, ανάβω ρ μ
  εξιτάρω ρ μ
 Watching you sunbathe used to drive me out of my mind.
frame of mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mental state)ψυχική κατάσταση ουσ θηλ
 When he's in a good frame of mind he's very polite.
get [sth] out of your mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (stop thinking about [sth](σταμάτα να σκέφτεσαι κάτι)βγάλε κάτι από το μυαλό σου έκφρ
 I know it was a tough breakup, but you need to get it out of your mind.
have a mind of its own v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative ([sth] inanimate: malfunction) (καθομιλουμένη, μτφ)κάνω του κεφαλιού μου έκφρ
 My hair has a mind of its own today.
have a mind to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (think about doing)σκέφτομαι να κάνω κτ περίφρ
  (ανεπίσημο)λέω να κάνω κτ φρ
  έχω στο νου μου να κάνω κτ περίφρ
 I have a mind to tell your parents about what you've been doing.
healthy mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sanity)λογική, οξύνοια ουσ θηλ
 Meditation can be useful to maintain a healthy mind.
I don't mind interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (I have no preference)δεν έχω πρόβλημα, δεν έχω κάποια ιδιαιτέρη προτίμηση, δεν με νοιάζει έκφρ
 Oh, I don't mind!
I don't mind interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (I am not upset)δεν με πειράζει, δεν έχω πρόβλημα έκφρ
 I don't mind if you sit beside me.
I don't mind interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" US, informal (It doesn't disturb me)δεν με πειράζει, δεν έχω πρόβλημα έκφρ
in mind advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (under consideration)υπό εξέταση επίρ
 Keep in mind that the biology exam's tomorrow and you've yet to study for it.
in the mind advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (mentally)στο μυαλό, διανοητικά έκφρ
in the mind advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (imaginary)στο μυαλό, στη φαντασία έκφρ
 I wish you'd stop worrying about ghosts – they're all in the mind, you know.
in your right mind adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sane) (καθομιλουμένη, μτφ)που είναι στα συγκαλά σου, που έχει τα μυαλά στο κεφάλι του έκφρ
  λογικός επίθ
 Nobody in their right mind would drive a motorcycle without wearing a helmet.
inquiring mind,
UK: enquiring mind
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (intellectual curiosity) (ΗΠΑ)ανήσυχο πνεύμα, άτομο με πνευματικές ανησυχίες έκφρ
inquiring mind,
UK: enquiring mind
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, figurative (interested person)ενδιαφέρουσα προσωπικότητα έκφρ
It is all in the mind exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (It is imaginary.)Είναι όλα στο μυαλό, Είναι της φαντασίας μου φρ
 Some people believe they have been cured by faith-healers, but it's all in the mind.
keep in mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (remember, consider)έχω στο νου μου φρ
  δεν ξεχνάω περίφρ
  θυμάμαι ρ αμ
 Now, keep in mind that in May of 1929 the stock market hadn't crashed yet.
keeping in mind conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (considering, remembering)δεδομένου επίθ ως πρόθ
  με δεδομένο περίφρ
  λαμβάνοντας υπόψη, λαμβάνοντας υπόψιν περίφρ
 Keeping in mind the limited time we've had, I think we've done quite well.
make up your mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (decide)αποφασίζω ρ αμ
 Are you coming with me or not? Make up your mind!
mind reading nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (telepathy)τηλεπάθεια ουσ θηλ
 My cousin believes he can use mind reading to understand the thoughts of his pet dog.
mind the gap interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (London underground safety announcement)προσοχή στο κενό επιφ
mind you interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (although, having said that)έχε υπ'όψη σου έκφρ
 The meal was fantastic -- expensive, mind you! He can be very disorganized. Mind you, I'm no better.
 Το φαγητό ήταν καταπληκτικό - ακριβό όμως, έχε το υπ' όψη σου! Μπορεί να είναι πολύ ανοργάνωτος. Έχε υπ' όψη σου, ούτε εγώ είμαι καλύτερος.
mind your own business interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (the matter doesn't concern you)αρχίζω δουλειά, ξεκινώ δουλειά, ξεκινάω δουλειά ρ μ + ουσ θηλ
  πιάνω δουλειά ρ μ + ουσ θηλ
 Why don't you just mind your own business? If you mind your own business, you won't get in as much trouble.
mind's eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (imagination)φαντασία ουσ θηλ
 In my mind's eye I can picture the big house that I will live in one day.
Never mind. interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (It doesn't matter)μη διαθέσιμη μετάφραση
 "Do you still need a ride?" "No, never mind. I'll take the bus."
not mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (not upset)δε με πειράζει περίφρ
 I thought Dave might be upset that we didn't invite him, but he didn't mind.
not mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (no preference)δε με νοιάζει περίφρ
  (μόνο για κάτι καλό)δεν έχω προτίμηση περίφρ
 I don't mind which day we go to the cinema as I'm free all week.
of a mind to do [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (disposed to do [sth](καθομιλουμένη)έτοιμος είμαι ρ έκφρ
 I'm of a mind to give you a spanking!
 Έτοιμος είμαι να σου δώσω ένα χέρι ξύλο!
of like mind adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having similar opinions)που έχουν την ίδια άποψη, που σκέφτονται το ίδιο περίφρ
  ομοϊδεάτης ουσ αρσ
 I'm glad to know that we are of like mind on this topic.
of sound mind adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sane)που έχει σώας τας φρένας φρ
 Being of sound mind, I hereby bequeath all my possessions to my husband and daughter.
of the same mind adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having a similar opinion)της ίδιας γνώμης, της ίδιας άποψης φρ ως επίθ
 We've reached a consensus. The whole committee is of the same mind on this issue.
of unsound mind adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not rational or sane)μη έχων σώας τας φρένας έκφρ
 His lawyers are pleading 'not guilty', on account of him being of unsound mind.
open mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (receptive attitude)ανοιχτομυαλιά, προοδευτικότητα, ανεκτικότητα ουσ θηλ
 I'm trying to keep an open mind about the issue.
open your mind to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (accept possibility)μη διαθέσιμη μετάφραση
 Immersing yourself in a different culture can open your mind to new ways of thinking.
pay no mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (ignore or disregard [sb])δε δίνω σημασία σε κπ/κτ φρ
  αδιαφορώ για κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  αγνοώ ρ μ
 The deer was a good distance away and paid us no mind.
peace of mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reassurance)έχω το κεφάλι μου ήσυχος έκφρ
  ήρεμος, ασφαλής επίθ
 Having their house insured gave them security and peace of mind.
presence of mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (composure, clarity of thought)αυτοκυριαρχία, αυτοσυγκράτηση ουσ θηλ
 Firefighters must possess presence of mind when dealing with dangerous situations. Not everyone has the presence of mind to comprehend complex, abstract ideas.
 Οι πυροσβέστες πρέπει να έχουν αυτοκυριαρχία όταν αντιμετωπίζουν επικίνδυνες καταστάσεις.
read [sb]'s mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (guess [sb]'s intentions correctly) (μεταφορικά)διαβάζω τη σκέψη κάποιου έκφρ
 You must have read my mind; this report is exactly what I would have written.
 Πρέπει να διάβασες την σκέψη μου, αυτή η αναφορά είναι ακριβώς ό,τι θα έγραφα κι εγώ.
sick mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unhealthy mental state)αρρωστημένο μυαλό έκφρ
slip your mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be forgotten)μου διαφεύγει φρ
  ξεχνάω, ξεχνώ ρ μ
 I missed the meeting; it slipped my mind.
 Δεν πήγα στη συνάντηση. Μου διέφυγε τελείως.
 Δεν πήγα στη συνάντηση. Το ξέχασα τελείως.
speak one's mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (give one's frank opinion)λέω αυτό που σκέφτομαι περίφρ
state of mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mental condition or mood)ψυχική διάθεση/κατάσταση έκφρ
 His current state of mind seems confused.
take [sb]'s mind off [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (distract [sb] from thinking about [sth])αποσπώ κπ από κτ ρ μ + πρόθ
  ξεχνιέμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
unconscious mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mental processes of which one is unaware)ασυνείδητο ουσ ουδ
 Many have tried hypnosis to reveal the secrets hidden in the unconscious mind.
unsound mind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (insanity, mental instability)παραφροσύνη, φρενοβλάβεια, τρέλα ουσ θηλ
 He was accused of taking advantage of someone with an unsound mind.
with this in mind advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (taking this into consideration)έχοντας αυτό κατά νου φρ
  έχοντας αυτό υπόψη, λαμβάνοντας αυτό υπόψη φρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'mind' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mind στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mind'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ lodge

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης