WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Κύριες Μεταφράσεις
mind vi (care, object) ενοχλούμαιμε πειράζει, με ενοχλεί ρ.μετ.
 καθομιλουμένηέχω πρόβλημα έκφρ.
 I'd like to sit here. Do you mind?
 Θα ήθελα να καθίσω εδώ. Σε πειράζει (or: σε ενοχλεί);
 Θα ήθελα να καθίσω εδώ. Έχεις πρόβλημα;
mind vtr (attend to) είμαι προσεκτικόςπροσέχω ρ.μετ.
 περιποιούμαιφροντίζω ρ.μετ.
 καθομιλουμένηκοιτάω ρ.μετ.
Note: κοιτάω: επίσης: κοιτώ (συνηρ.), κοιτάζω
 Mind your own business and don't tell others what to do.
 * Πρόσεχε πού πατάς, θα πέσεις!
 * Δεν μπορεί να έρθει στο τηλέφωνο τώρα, φροντίζει το μωρό.
 Να κοιτάς τη δουλειά σου και να μη σε νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι.
mind n (brain) εγκέφαλοςμυαλό ουσ.ουδ.
 επίσημονους ουσ.αρ.
 The mind can perceive what the eyes cannot see.
 Το μυαλό αντιλαμβάνεται πράγματα που τα μάτια δεν βλέπουν.
 Ο νους αντιλαμβάνεται πράγματα που τα μάτια δεν βλέπουν.
mind n (memory) μνήμημυαλό ουσ.ουδ.
 επίσημονους ουσ.αρ.
Note: νους: επίσης στην πάγια έκφραση “έχε το νου σου”.
 It slipped my mind.
 * Όταν έφερε στο μυαλό της όλες τις όμορφες στιγμές που είχαν ζήσει μαζί, έβαλε τα κλάματα.
 * Όταν έφερε στο νου της όλες τις όμορφες στιγμές που είχαν ζήσει μαζί, έβαλε τα κλάματα.
mind n (sanity) πνευματική υγείαλογικά ουσ.ουδ.πλ.
 ικανότητα να σκέφτομαι λογικάμυαλό ουσ.ουδ.
 ικανότητα να σκέφτομαι λογικά, ποιητικόνους ουσ.αρ.
Note: μυαλό: επίσης στον πληθυντικό: Έχει χάσει τα μυαλά του μαζί της.
 He must have lost his mind!
 Πρέπει να έχει χάσει τα λογικά του!
 * Έχει χάσει το μυαλό του μαζί της.
 * Η αγκαλιά σου, μάγισσα, το νου μου έχει πάρει.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Σύνθετοι Τύποι:
bear in mind v expr (consider, take into account)έχω στο νου μου έκφρ.
 Bear in mind that we already have an enormous sum invested in the project.
bearing in mind conj (considering that)έχοντας υπόψη επίρ.
 That is a great score, bearing in mind that you just started studying yesterday.
bring to mind v expr (recall, remind one of) θυμάμαιφέρνω στο μυαλό μου έκφρ.
 The smell of bread baking brings to mind the years I spent in boarding school.
call to mind v expr (remind one of)υπενθυμίζω ρ.μετ.
 Your story calls to mind the day I wore my evening gown to a staff meeting.
change his mind v (revise his opinion)αλλάζω γνώμη ρ.μετ.
change of mind n (reversal of a decision)αλλαγή γνώμης ουσ.θηλ.
 She's had a change of mind and now says she won't marry me.
change your mind v expr (reverse your decision)αλλάζω γνώμη έκφρ.
 I changed my mind and decided to go to the party after all.
closed mind n (unwillingness to accept new ideas)στενομυαλιά ουσ.θηλ.
 His closed mind will not allow him to even think about it.
come to mind v expr (be recalled, remembered)έρχομαι στο μυαλό/στη μνήμη έκφρ.
 He tried to solve the problem by brainstorming, jotting down the first thing that came to mind.
cross your mind v expr (occur to you, enter your thoughts)περνώ από το μυαλό έκφρ.
 Don't tell me a naughty thought has never crossed your mind.
dismiss [sth] from your mind v expr (give no more thought to [sth])βγάζω από το μυαλό έκφρ.
 I briefly thought of selling everything and moving to a new country, but quickly dismissed the idea from my mind.
drive [sb] out of his mind vi informal (annoy [sb] intensely) καθομιλουμένησπάω τα νεύρα έκφρ.
 The baby's constant crying drove James out of his mind.
drive [sb] out of his mind vi informal (be sexually attractive to [sb]) καθομιλουμένητρελαίνω,παίρνω το μυαλό έκφρ.
 I used to watch you sunning in your bikini and it would drive me out of my mind.
frame of mind n (mental state)ψυχική κατάσταση ουσ.θηλ.
 When he's in a good frame of mind he's very polite.
get [sth] out of your mind v expr (stop thinking about [sth]) σταμάτα να σκέφτεσαι κάτιβγάλε κάτι από το μυαλό σου έκφρ.
 I know it was a tough breakup, but you need to get it out of your mind.
healthy mind n (sanity)λογική, οξύνοια ουσ.θηλ.
 Meditation can be useful to maintain a healthy mind.
I don't mind interj informal (I have no preference)δεν έχω πρόβλημα, δεν έχω κάποια ιδιαιτέρη προτίμηση, δεν με νοιάζει έκφρ.
 Oh, I don't mind!
I don't mind interj informal (I am not upset)δεν με πειράζει, δεν έχω πρόβλημα έκφρ.
I don't mind interj US, informal (It doesn't disturb me)δεν με πειράζει, δεν έχω πρόβλημα έκφρ.
in his right mind adj (sane)στα σύγκαλά του έκφρ.
 λογικός επίθ.
 Nobody in his right mind would drive a motorcycle without wearing a helmet.
in mind adv (under consideration)υπό εξέταση επίρ.
 Keep in mind that the biology exam's tomorrow and you've yet to study for it.
in the mind adv (mentally)στο μυαλό, διανοητικά έκφρ.
in the mind adv (imaginary)στο μυαλό, στη φαντασία έκφρ.
 I wish you'd stop worrying about ghosts – they're all in the mind, you know.
inquiring mind, UK: enquiring mind n US (intellectual curiosity) ΗΠΑανήσυχο πνεύμα, άτομο με πνευματικές ανησυχίες έκφρ.
inquiring mind, UK: enquiring mind n (interest person)ενδιαφέρουσα προσωπικότητα έκφρ.
it is all in the mind (it is imaginary, it is not real)είναι όλα στο μυαλό/στη φαντασία έκφρ.
 Some people believe they have been cured by faith-healers, but it's all in the mind.
keeping in mind conj (considering, remembering)έχοντας υπόψη, λαμβάνοντας υπόψη έκφρ.
make up your mind v (make a firm decision)αποφασίζω ρ.αμ.
mind reading n (telepathy: knowing [sb]'s thoughts)τηλεπάθεια ουσ.θηλ.
 My cousin believes he can use mind reading to understand the thoughts of his pet dog.
mind the gap interj (London underground safety announcement)προσοχή στο κενό επίφ.
mind you interj informal (although, having said that)έχε υπ'όψη σου έκφρ.
Note: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 The meal was fantastic -- expensive, mind you!
mind your own business interj informal (the matter doesn't concern you)να κοιτάς τη δουλειά σου, κοίτα τη δουλειά σου, μην ανακατεύεσαι, μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνο έκφρ.,επιφ.
mind's eye n (imagination)φαντασία ουσ.θηλ.
 In my mind's eye I can picture the big house that I will live in one day.
never mind interj informal (it doesn't matter) καθομιλουμένηάσ' το, δεν πειράζει επιφ.
not mind v (not be upset or offended) δεν με προσβάλλειδεν με πειράζει, δε με ενοχλεί έκφρ.
not mind v (have no preference)δεν έχω προτίμηση έκφρ.
of like mind adj (having similar opinions)της ίδιας γνώμης, της ίδιας άποψης ουσ.θηλ.γεν.
of sound mind adj (sane)με σώας τας φρένας έκφρ.
Note: με σώας τας φρένας: αρχαϊκή έκφραση, κυρίως σε νομικά κείμενα
of the same mind adj (having a similar opinion)της ίδιας γνώμης, της ίδιας άποψης ουσ.θηλ.γεν.
of unsound mind adj (not rational or sane)μη έχων σώας τας φρένας έκφρ.
 His lawyers are pleading 'not guilty', on account of him being of unsound mind.
open mind n (receptive attitude)ανοιχτομυαλιά, προοδευτικότητα, ανεκτικότητα ουσ.θηλ.
open your mind to vtr (accept the possibility of)βγάζω τις παρωπίδες έκφρ.
 Βγάλε τις παρωπίδες και σκέψου την πιθανότητα να κάνεις λάθος.
pay no mind vi informal (ignore or disregard [sb]) αγνοώ κάποιονδε δίνω σημασία περίφρ.
peace of mind n (reassurance)εσωτερική γαλήνη, ψυχική γαλήνη ουσ.θηλ.
presence of mind n (composure, clarity of thought)αυτοκυριαρχία, αυτοσυγκράτηση ουσ.θηλ.
 Firefighters must possess presence of mind when dealing with dangerous situations.
ring a bell in one's mind v figurative (remind one of [sth])κάτι μου θυμίζει ρ.αμ.
sick mind n (unhealthy mental state)αρρωστημένο μυαλό έκφρ.
sound mind n (sanity)έχω σώας τας φρένας ρ.μετ.
state of mind n (mental condition or mood)ψυχική διάθεση/κατάσταση έκφρ.
 His current state of mind seems confused.
unconscious mind n (mental processes of which one is unaware)υποσυνείδητο ουσ.ουδ.
 Many have tried hypnosis to reveal the secrets hidden in the unconscious mind.
unsound mind n (insanity, mental instability)παραφροσύνη, φρενοβλάβεια, τρέλα ουσ.θηλ.
 The coroner ruled that the man had committed suicide, being of unsound mind.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.
'mind' found in these entries
In the English description:

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'mind' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'mind'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.