Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


model:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

model: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
Κύριες Μεταφράσεις
modeln (example, sth to be copied)μοντέλο, υπόδειγμα ουσ.ουδ.
This ball of dough is the model. You should make all of the rest like that one.
Αυτή η μπάλα από ζυμάρι είναι το μοντέλο (or: υπόδειγμα). Πρέπει να φτιάξετε όλο το υπόλοιπο σαν κι αυτό.
modeln (ideal example)υπόδειγμα ουσ.ουδ.
 πρότυπο ουσ.ουδ
He was considered to be a model for all fathers - doing everything that a good father should do.
Όλοι τον θεωρούσαν υπόδειγμα πατέρα – έκανε όλα όσα πρέπει να κάνει ένας καλός πατέρας.
Όλοι τον θεωρούσαν ως πατέρα πρότυπο - έκανε όλα όσα πρέπει να κάνει ένας καλός πατέρας.
modeln (fashion) μόδαμοντέλο ουσ.ουδ.
She is a model, and often works in Milan.
Είναι μοντέλο και συχνά δουλεύει στο Μιλάνο.
modeln (of a car) αυτοκινήτουμοντέλο ουσ.ουδ.
The car's make is a Ford, and the model is Mustang.
Αυτό το αυτοκίνητο είναι μάρκας Φορντ, και το μοντέλο είναι Μάστανγκ.
modeladj (ideal)υποδειγματικός επίθ.
She has always been a model daughter. We could not have hoped for better.
Ήταν πάντα υποδειγματική κόρη. Δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερη.
modelvi (be a fashion model) επάγγελμαεργάζομαι ως μοντέλο φρ.
She modelled professionally for three years.
Εργάστηκε ως επαγγελματίας μοντέλο για τρία χρόνια.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "model".
Σύνθετοι Τύποι:
model childn (child who is well behaved)ιδανικό παιδί ουσ.ουδ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'model' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'model'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad