mono

Listen:
 /ˈmɒnəʊ/


In this page: mono; monophonic

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
mono adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (single, singular)μονός επίθ
  του ενός περίφρ
  μονο- πρόθεμα
  (γενικά)που αποτελείται από ή περιλαμβάνει ένα στοιχείο
mono nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, abbr, informal (mononucleosis: glandular fever)μονοπυρήνωση ουσ θηλ
  (επίσημο)λοιμώδης μονοπυρήνωση φρ ως ουσ θηλ
mono adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." abbr (monophonic)μονοφωνικός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
monophonic,
mono,
monaural
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(sound: single-output)μονοφωνικός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
mono | monophonic
EnglishGreek
monophonic,
mono,
monaural
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(sound: single-output)μονοφωνικός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'mono' found in these entries
In the English description:
uni

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mono στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mono'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: return | ham

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.