mono

SpeakerListen:
Scot
 /ˈmɒnəʊ/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
mono adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (single, singular)μονός επίθ
  του ενός περίφρ
  μονο- πρόθεμα
  (γενικά)που αποτελείται από ή περιλαμβάνει ένα στοιχείο
mono nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, abbr, informal (mononucleosis: glandular fever)μονοπυρήνωση ουσ θηλ
  (επίσημο)λοιμώδης μονοπυρήνωση φρ ως ουσ θηλ
mono adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." abbr (monophonic)μονοφωνικός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'mono' found in these entries
In the English description:
uni

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mono στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mono'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης