mug

Listen:
 [ˈmʌg]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mug nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large cup with handle)κούπα ουσ θηλ
 Laura bought a bright yellow mug at a garage sale.
mug,
mugful
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(contents of a mug)κούπα ουσ θηλ
 Tom drank a large mug of coffee.
 Ο Τομ ήπιε μια μεγάλη κούπα καφέ.
mug [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (rob violently)ληστεύω ρ μ
 Someone mugged Sarah on the way home from work.
 Κάποιος λήστεψε τη Σάρα καθώς γυρνούσε από τη δουλειά.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mug nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, pejorative (face) (καθομιλουμένη)μούτρα ουσ ουδ πλ
  μούρη, φάτσα, μάπα ουσ θηλ
  (ανεπίσημο, αργκό)μουράκλα ουσ θηλ
 Karen broke up with her boyfriend and cropped him out of her pictures so she wouldn't have to look at his ugly mug.
 Η Κάρεν χώρισε με το αγόρι της και τον έκοψε από όλες τις φωτογραφίες για να μη χρειάζεται να βλέπει τα μούτρα του.
mug nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, pejorative (mouth)στόμα ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Fred just spent all day stuffing his mug with other people's food.
mug nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal (gullible or stupid person) (μειωτικό)κορόιδο, θύμα ουσ ουδ
 Alex is a stupid mug; he'll believe anything.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
beer mug,
mug
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(tankard, cup for beer)μπυροπότηρο ουσ ουδ
  ποτήρι μπύρας φρ ως ουσ ουδ
 Beer is cheaper on Mondays if you bring your own beer mug.
coffee mug,
mug
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cup for coffee)κούπα ουσ θηλ
  (κατά λέξη)κούπα καφέ, κούπα του καφέ φρ ως ουσ θηλ
 She clasped her hands around her coffee mug, letting it warm them.
mug shot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (police photo: suspect's face)φωτογραφία της σήμανσης περίφρ
  φωτογραφία από τη σύλληψη περίφρ
 The witness identified the bank robber from a mug shot.
 Ο μάρτυρας αναγνώρισε τον ληστή της τράπεζας από μια φωτογραφία της σήμανσης.
mug shot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. humorous, slang (photo: face)φωτογραφία ουσ θηλ
  (κατά λέξη)φωτογραφία του προσώπου
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 I need a mug shot for my passport application.
 Πρέπει να βγάλω φωτογραφία για την αίτηση διαβατηρίου.
mug up on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK, informal (study)μελετώ ρ μ
  διαβάζω ρ μ
mug [sth] up,
mug up [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
UK, informal (study)μελετώ ρ μ
  διαβάζω ρ μ
Shut your mug,
Shut your ugly mug
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
UK, slang, offensive (stop talking) (καθομ, προσβλητικό)βγάλε το σκασμό έκφρ
  σκάσε επίφ
  βούλωστο επίφ
travel mug nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lightweight cup with a lid)κούπα ταξιδίου φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mug' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: the mug handle, a [tea, coffee] mug, a [porcelain, clay, plastic] mug, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mug στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'mug'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: full | neat

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης