nanny

Listen:
 /ˈnænɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
nanny nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (childminder)νταντά ουσ θηλ
  μπέιμπι σίτερ φρ ως ουσ αρσ/θηλ άκλ
  (παλαιό)γκουβερνάντα ουσ θηλ
 Erin hired a nanny to take care of her children while she was at work.
Nanny nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (grandmother)γιαγιά ουσ θηλ
 Sean went to stay with his nanny while his family was on vacation.
Nanny,
Nannie
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (Grandmother: in direct address, as name)γιαγιά, γιαγιάκα ουσ θηλ
 Laura looked at her grandmother and said, "Nanny, can I have a cookie?"
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
nanny viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (watch children)προσέχω παιδιά περίφρ
  κάνω μπέιμπι σίτινγκ περίφρ
  δουλεύω ως νταντά περίφρ
 Vanessa spent a year nannying before she went to college.
nanny [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mind a child)προσέχω ρ μ
  κάνω μπέιμπι σίτινγκ σε κπ περίφρ
 Kate nannied four kids over the summer.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
nanny goat,
she-goat
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(animal: female goat)κατσίκα ουσ θηλ
 My grandparents' farm has a billy goat, a nanny goat, and several kids.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'nanny' found in these entries
In the English description:
Collocations: UK: the nanny state, nanny jobs, a nanny agency, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση nanny στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'nanny'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.