naturist

 /ˈneɪtʃərɪst/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
naturist nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nudist)γυμνιστής ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'naturist' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση naturist στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'naturist'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: clever | creep

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.