negligence

Listen:
 [ˈnɛglɪdʒəns]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
negligence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lack of due care)αμέλεια ουσ θηλ
 Your negligence will cost this company millions!
negligence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: neglected responsibility) (νομικό)αμέλεια ουσ θηλ
 The father was convicted of negligence after his daughter drowned in the pool.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'negligence' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση negligence στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'negligence'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: common | blend

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης