nigger

Listen:
 [ˈnɪgər]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nigger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. pejorative, offensive!!! (black person) (προσβλητικό)αράπης ουσ αρσ
  (υβριστικό, χυδαίο)σκυλάραπας ουσ αρσ
Σχόλιο: Many people consider this the most offensive word in the English language and never say or speak it, even when referring to it as a word. Instead they refer to it as 'the n-word.'
nigger,
nigga
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
potentially offensive!!! (black person: self-referential) (προσβλητικό)αράπης ουσ αρσ
  (υβριστικό, χυδαίο)σκυλάραπας ουσ αρσ
n****r,
ni**er,
n*****
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
pejorative, offensive!!! (nigger) (προσβλητικό)αράπης ουσ αρσ
  (υβριστικό, χυδαίο)σκυλάραπας ουσ αρσ
Σχόλιο: The word "nigger" can be spelled "n****r", "ni**er" or "n*****" when someone wants to avoid writing out an offensive word.
Σχόλιο: Για την αποφυγή της αναφοράς της λέξης μπορεί να γίνει αντικατάσταση ορισμένων γραμμάτων με χαρακτήρες όπως *, @ κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'nigger' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση nigger στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'nigger'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: dish | banter

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης