notional

Listen:
 /ˈnəʊʃənəl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
notional adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (theoretical)θεωρητικός επίθ
  (επιστήμες)ονομαστικός επίθ
 The notional idea sounds good, but it won't work in practice.
notional adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (imagined)υποθετικός, φανταστικός, πλασματικός επίθ
 Tom has trouble seeing reality and seems to live in a notional world.
notional adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (expressing an idea)αφηρημένος μτχ πρκ
  γενικός, θεωρητικός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση notional στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'notional'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: well | rave

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.