notional

SpeakerListen:
UK-RP
 /ˈnəʊʃənl/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
notional adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (theoretical)θεωρητικός, ιδεατός, νοηματικός, νοητικός επίθ.
notional adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (imagined)πλασματικός, φανταστικός, ανυπόστατος επίθ.
notional adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (expressing an idea)θεωρητικός, ιδεατός, νοηματικός, νοητικός επίθ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση notional στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'notional'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης