nubile

 /ˈnjuːbaɪl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
nubile adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of marrying age)σε ηλικία γάμου περίφρ
 Being now nubile, the maiden was eager to meet a suitable man to marry.
nubile adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sexually attractive)ελκυστικός επίθ
  γοητευτικός επίθ
 The nubile young woman had her choice of sexual partners.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση nubile στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'nubile'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: desk | mount

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.