obtrude

 /əbˈtruːd/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
obtrude [sth] on [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (impose, thrust: [sth] on [sb](εγώ σε κάποιον)επιβάλλομαι ρ μ
  (κάτι σε κάποιον)επιβάλλω ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση obtrude στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'obtrude'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.