obtrude

 /əbˈtruːd/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
obtrude [sth] on [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (impose, thrust: [sth] on [sb](εγώ σε κάποιον)επιβάλλομαι ρ μ
  (κάτι σε κάποιον)επιβάλλω ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση obtrude στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'obtrude'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης