occasional

SpeakerListen:
 /əˈkeɪʒənl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
occasional adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (infrequent) (αραιός)περιστασιακός, ευκαιριακός, σποραδικός επίθ
 She has an occasional drink but it never affects her.
occasional adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (periodic, recurring) (περιοδικός)περιστασιακός, σποραδικός επίθ
 Their occasional visits to the city always include a museum.
 Στις περιστασιακές (or: σποραδικές) επισκέψεις τους στην πόλη πάντα πηγαίνουν και σε ένα μουσείο.
occasional adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (for occasional use)που τυχόν θα χρειαστεί περίφρ
 Occasional chairs are stored in this closet.
 Καρέκλες που τυχόν θα χρειαστούν υπάρχουν σε αυτό το καμαράκι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'occasional' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση occasional στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'occasional'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης