Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


old people/'s home:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες

old: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
oldadj (not new) όχι καινούριοςπαλιός επίθ.
You can borrow my camera, but it's rather old.
Μπορείς να δανειστείς τη φωτογραφική μου μηχανή, αλλά είναι αρκετά παλιά.
oldadj (elderly) ηλικιωμένος, ελαφρώς αγενέςγέρος ουσ.αρ.
 ευγενικόμεγάλος (σε ηλικία) επίθ.
 γίνομαι γέροςγερνάω ρ.αμ.
Note: 1. γέρος: ουσ.θηλ. - γριά. 2. γερνάω: επίσης: γερνώ (συνηρ.)
She's getting very old.
* Ο πατέρας της είναι πολύ γέρος.
* Ο πατέρας της είναι πολύ μεγάλος (σε ηλικία).
* Ο πατέρας της έχει γεράσει πια.
oldadj (of age) ηλικίαμεγάλος επίθ.
How old do you have to be to drive?
* Είμαι αρκετά μεγάλος πια για να κάνω ό,τι θέλω!
oldadj (of a given age) ηλικίαετών, χρόνων έκφρ.
 καθομιλουμένηχρονών έκφρ.
Note: Από τα: έτος, χρόνος. Πάγια έκφραση, πάντα σε γενική, συνήθως στον πληθυντικό (αλλά: ενός έτους, ενός χρόνου).
I'll be twenty-two years old tomorrow.
Αύριο γίνομαι είκοσι δύο ετών (or: χρόνων).
Αύριο γίνομαι είκοσι δύο χρονών.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "old".
Σύνθετοι Τύποι:
dirty old mann informal, pejorative (elderly, lecherous man) προσβλητικόβρομόγερος, πορνόγερος, γερο-σαλιάρης ουσ.αρ.
fifty-year-oldn (person who is fifty years in age) άτομο που είναι πενήντα ετώνπενηντάρης επίθ.
 πενηντάρα ουσ.θηλ.
Note: hyphens used when term is an adj before a noun
old cast-offsnpl informal (second-hand clothes) καθομιλουμένηαποφόρι ουσ.ουδ.
 μειωτικόπαλιόρουχο ουσ.ουδ.
old chapn informal (elderly man) ηλικιωμένος, καθομιλουμένηπαππούς, παππούλης, γεροντάκος ουσ.αρ.
old chapn informal (affectionate term for male friend) τρυφερή προσφώνηση φίλου, καθομιλουμένηπαλιόφιλος ουσ.αρ.
old chapn UK, euphemism (penis) πέος, ευφημισμόςη μετάφραση δεν είναι διαθέσιμη
old geezern slang, pejorative (elderly man) ηλικιωμένος, αργκό, προσβλητικόπαλιόγερος, κωλόγερος, γερο-ξούρας ουσ.αρ.
old handn (sb with experience)έμπειρος επίθ.
 αργκό, μεταφορικάπαλιά καραβάνα ουσ.θηλ.
old maidn pejorative (mature spinster, unmarried woman) ώριμη ανύπαντρη γυναίκα, υποτιμητικόγεροντοκόρη ουσ.θηλ.
old mastern (great painter of the past)κλασσικός ζωγράφος ουσ.αρ.
old schooln (old-fashioned tradition)παράδοση ουσ.θηλ.
old-schooladj (traditionalist)παραδοσιακός επίθ.
Note: hyphen used when term is an adj before a noun
old wives' talen pejorative (superstition, myth)παραμύθι ουσ.ουδ.
 προσβλητικόκουραφέξαλα ουσ.ουδ.πλ.
ripe old agen informal (advanced age)προχωρημένη ηλικία ουσ.θηλ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'old people/'s home' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'old people/'s home'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


* This dictionary is new and incomplete. Many entries are still being reviewed by experts.
You will see a gradual improvement over the next few months in both quality and depth.

Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad