online

SpeakerListen:
US

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
online advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (computing: while connected)συνδεδεμένος μτχ.
 I went online to see if I had any new messages.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'online' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση online στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'online'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης