WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
online advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (computing: while connected)συνδεδεμένος μτχ.
 I went online to see if I had any new messages.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
online banking,
on-line banking,
UK: internet banking
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(access to bank via internet)online banking ουσ ουδ άκλ
  διαδικτυακή τραπεζική επίθ + ουσ θηλ
  διαδικτυακές τραπεζικές συναλλαγές, online τραπεζικές συναλλαγές περίφρ
  τραπεζικές συναλλαγές μέσω διαδικτύου περίφρ
 Online banking certainly makes bill paying much faster and cheaper than before. I don't receive paper statements any more now I've got internet banking
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'online' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση online στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'online'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά


Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης