overdue

Listen:
 [ˌəʊvərˈdjuː]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
overdue adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (late, past deadline)καθυστερημένος, αργοπορημένος μτχ πρκ
  χρωστούμενος, οφειλόμενος μτχ ενεστ
  έχει λήξει η προθεσμία περίφρ
 I was supposed to hand my essay in yesterday; it's overdue now. Nicholas has two overdue library books in his room; he really needs to take them back.
 Υποτίθεται πως θα παρέδιδα το δοκίμιό μου χτες. Τώρα πλέον είναι καθυστερημένο.
overdue adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (should have been done)που έχει ήδη αργήσει, που έχει ήδη καθυστερήσει περίφρ
  που έπρεπε να έχει ήδη γίνει, που έπρεπε να γίνει προ πολλού περίφρ
 Improvements to the national rail system are long overdue.
 Οι βελτιώσεις στο εθνικό σιδηροδρομικό δίκτιο έχουν ήδη καθυστερήσει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
long overdue,
long-overdue
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(long-awaited)έχω καθυστερήσει πολύ περίφρ
  καθυστερώ ρ αμ
 Janice finally got a long-overdue apology from her ex-boyfriend.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'overdue' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: pay an overdue [payment, invoice, bill, subscription, fine], an overdue [DVD rental, library book], an overdue [project, task, assignment], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση overdue στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'overdue'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: crash | nail

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης