overpower

SpeakerListen:
UK-RPScot
 /ˌəʊvəˈpaʊəʳ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
overpower [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (subdue by force)εξουδετερώνω ρ μ
  υπερισχύω ρ μ
  καταδυναστεύω ρ μ
  (μεταφορικα)συνθλίβω ρ μ
 The mugger overpowered her and knocked her to the ground.
overpower [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (overwhelm emotionally)κατακυριεύω ρ μ
 We were overpowered by the tragic final scene.
 Μας κατακυρίευσε το συναίσθημα στην τελευταία τραγική σκηνή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'overpower' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση overpower στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'overpower'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης