Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


own:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

own: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
ownvtr (have) ιδιοκτησίαέχω ρ.μετ.
 ιδιοκτησίακατέχω ρ.μετ.
Do you own a computer?
Έχεις υπολογιστή;
* Κατέχει ένα καταπληκτικό ταλέντο στη μουσική.
ownadj (possessed by) ιδιοκτησία, κτήσηδικός μου αντων.
 ιδιοκτησία, κτήσημου αντων.
Note: Κτητικές αντωνυμίες είναι οι αδύνατοι τύποι της προσωπική αντωνυμίας. Πχ. Εμένα: μου.
My own car is not nearly as nice as yours.
Το δικό μου αυτοκίνητο δεν είναι τόσο ωραίο, όσο το δικό σου.
Το αυτοκίνητο μου δεν είναι τόσο ωραίο, όσο το δικό σου.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "own".
Σύνθετοι Τύποι:
mind your own businessinterj informal (the matter doesn't concern you)να κοιτάς τη δουλειά σου, κοίτα τη δουλειά σου, μην ανακατεύεσαι, μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνο έκφρ.,επιφ.
of your own free willadv (out of choice) επίσημο, αρχαϊκόμε ιδία βούληση εμπρ.
on its ownadv (alone, without accompaniment) μόνος, χωρίς συνοδείααπό μόνος του εμπρ.
own free willn (personal choice)ελεύθερη βούληση, ελεύθερη θέληση ουσ.θηλ.
own upvi informal (confess to sth)παραδέχομαι ρ.μετ.
see with your own eyesv informal (witness at first hand)δες το με τα μάτια σου, δες και μόνος σου έκφρ.
take the law into your own handsv (act as a vigilante)παίρνω τον νόμο στα χέρια μου ρ.μετ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'own' στον τίτλο:

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad