pave

Listen:
 [ˈpeɪv]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pave [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (surface: a path, road)στρώνω ρ μ
  (με άσφαλτο)ασφαλτοστρώνω ρ μ
  (με πέτρες)λιθοστρώνω ρ μ
  (με χαλίκι)χαλικοστρώνω ρ μ
Σχόλιο: Ανάλογα με το υλικό υπάρχουν και άλλες αντίστοιχες λέξεις, πχ τσιμεντοστρώνω, πλακοστρώνω.
 The workers are paving the new road.
 Οι εργάτες ασφαλτοστρώνουν τον νέο δρόμο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
pave the way v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be a pioneer) (μεταφορικά)δείχνω το δρόμο, ανοίγω το δρόμο έκφρ
 Ann is paving the way with her experimental surgical techniques.
pave the way for [sth],
pave the way to [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (be leading to) (μεταφορικά: για κάτι)δείχνω το δρόμο, ανοίγω το δρόμο έκφρ
 New research is paving the way for a cancer vaccine.
pave the way for [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be first to do) (μεταφορικά: για κάποιον, σε κάποιον)δείχνω το δρόμο, ανοίγω το δρόμο έκφρ
 Pioneers in their covered wagons paved the way for settlers in the west.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pave' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: pave the [road, path, garden], paved it with [cobbles, flagstone, bricks, stone], the [road] was paved with [cobbles], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pave στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pave'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης