payable

Listen:
 [ˈpeɪəbəl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
payable adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (that can be paid)μπορεί να πληρωθεί περίφρ
 The amount is payable by cash or check.
 Το ποσό μπορεί να πληρωθεί με μετρητά ή επιταγή.
payable to [sb/sth] adj + prep (to be paid to a named person) (λόγιος, επίσημο)καταβλητέος σε κπ/κτ, πληρωτέος σε κπ/κτ επίθ + πρόθ
  με δικαιούχο περίφρ
 Please make your check payable to the organization, not to me directly.
payables nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (debts owed by business) (οικονομικές οφειλές)υποχρεώσεις ουσ θηλ πλ
 The payables must be paid by the due date.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
payable adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (when to pay)πληρωτέος επίθ
  (καθομιλουμένη)που πρέπει να πληρωθεί περίφρ
 This invoice is payable in thirty days.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
accounts payable nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (debts to creditor)πληρωτέοι λογαριασμοί ουσ ουδ πλ
amount payable nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sum that is owed)ποσό προς πληρωμή περίφρ
  (λόγιος)καταβλητέο ποσό, πληρωτέο ποσό επίθ + ουσ ουδ
dividend payable nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (company profit not yet shared)πληρωτέο μέρισμα επίθ + ουσ ουδ
payable up front adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (to be paid in advance)που πρέπει να καταβληθεί προκαταβολικά, που πρέπει να πληρωθεί προκαταβολικά περίφρ
  που πρέπει να προπληρωθεί, που πρέπει να καταβληθεί εκ των προτέρων περίφρ
  (λόγιος, επίσημο)καταβλητέος προκαταβολικά πληρωτέος προκαταβολικά περίφρ
  καταβλητέος προκαταβολικά πληρωτέος προκαταβολικά περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'payable' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: a payable [fee, bill, invoice, installment], payable [in advance, on order, on shipment], payable in [Euros, Dollars, Sterling], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση payable στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'payable'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης