penguin

SpeakerListen:
 /ˈpeŋgwɪn/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
penguin nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal, bird) (πουλί)πιγκουίνος ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
emperor penguin nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large Antarctic penguin)αυτοκρατορικός πιγκουΐνος ουσ αρσ
 The emperor penguin makes its habitat in Antarctica.
king penguin nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large penguin with patches of yellow colouring)είδος πιγκουΐνου έκφρ
 King penguins spend much of the year on the ice incubating their eggs.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'penguin' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση penguin στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'penguin'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης