perusal

Listen:
 /pəˈruːzəl/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
perusal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (attentive reading) (προσεκτική ανάγνωση)μελέτη ουσ θηλ
  προσεκτικό διάβασμα επίθ + ουσ ουδ
 I didn't notice anything missing in my perusal of the report.
 Δεν παρατήρησα να έλειπε κάτι κατά τη μελέτη της αναφοράς.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση perusal στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'perusal'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: crop

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης