pigeon

Listen:
 /ˈpɪdʒɪn/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
pigeon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bird)περιστέρι ουσ ουδ
 There are always a lot of pigeons in Trafalgar Square in London.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
pigeon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (foolish person)κορόιδο ουσ ουδ
 Realizing a pigeon had joined his card game, Jake decided to take full advantage of the situation.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
carrier pigeon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (homing pigeon that carries messages)ταχυδρομικό περιστέρι επίθ + ουσ ουδ
 Carrier pigeons were often used during WW1 to carry messages home from the fronts. The letter took so long to get there we may as well have sent it by carrier pigeon!
 Τα ταχυδρομικά περιστέρια χρησιμοποιούνταν συχνά στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο για να να φέρνουν μηνύματα από το μέτωπο. Το γράμμα έκανε τόσο καιρό να φτάσει που θα μπορούσαμε να το είχαμε στείλει με ταχυδρομικό περιστέρι!
pigeon pie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pastry containing pigeon meat)πίτα με κρέας περιστεριού περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'pigeon' found in these entries
In the English description:
Collocations: pigeon racing, there is pigeon poop everywhere, clay-pigeon shooting, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pigeon στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pigeon'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: actually | word

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.