WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
playoff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: tiebreak) (αθλήματα)πλέι-οφ ουσ ουδ
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποείται ο αγγλικός όρος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
play off vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (set against: [sth] else)τοποθετώ, βάζω απέναντι ρ μ
 The capricious girl played off one suitor against the other.
play off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (sport: resolve a tied score)παίζω νοκ άουτ αγώνα περίφρ
 The two teams will play off for the division title.
play-off nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (game or series of games played to break a tie) (το σύνολο)play off ουσ ουδ άκλ
  (ένας αγώνας)αγώνας play off φρ ως ουσ αρσ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 The Lakers didn't make it to the play-offs this year.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση playoff στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'playoff'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης