plea

Listen:
 /pliː/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
plea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (request)έκκληση ουσ θηλ
 Gareth's plea for mercy fell on deaf ears.
plea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legal: to court)ισχυρισμός ουσ αρσ
  λόγος ουσ αρσ
 The defendant entered a plea of not guilty.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
plea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (excuse)δικαιολογία ουσ θηλ
  λόγος ουσ αρσ
  (λόγιος: σε κάτι)επίκληση ουσ θηλ
 Ken begged off on the plea his car had broken down.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
make a plea v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (plead, appeal for [sth])κάνω έκκληση περίφρ
 The film star made a plea to the public on behalf of the earthquake relief fund.
plea of mitigation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (claim for extenuating circumstances)αίτημα μετριασμού φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'plea' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση plea στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'plea'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: near | shallow

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.