pledge

Listen:
 /plɛdʒ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
pledge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (promise)υπόσχεση ουσ θηλ
  (συχνά επίσημη)δέσμευση ουσ θηλ
  όρκος ουσ αρσ
 Dan made a pledge to be more helpful to his parents.
pledge [sth] to [sb] vtr + prep (promise)τάζω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 Glenn pledged his heart to Emma.
pledge to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (promise to do [sth](να κάνω κτ)υπόσχομαι, δεσμεύομαι ρ μ
  ορκίζομαι ρ μ
 Christina pledged to support her friend through this difficult time.
pledge,
pledge that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: promise) (ότι/πως θα κάνω κτ)υπόσχομαι, δεσμεύομαι ρ μ
  ορκίζομαι ρ μ
 Wendy pledged that she would never leave him.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
pledge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (university fraternity)όρκος ουσ αρσ
pledge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] given as security)ενέχυρο ουσ ουδ
  εγγύηση ουσ θηλ
 Realizing he had forgotten his wallet, Sean left his watch as a pledge that he would come back to pay.
pledge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] given as a token)δείγμα ουσ ουδ
  ένδειξη ουσ θηλ
  (συνήθως θρησκευτικό)τάμα ουσ ουδ
 Rachel gave Carl a locket as a pledge of her love.
pledge [sb] to [sth] vtr + prep (bind to a promise) (κπ να κάνει κτ)ορκίζω, εξορκίζω ρ μ
  (καθομ: κπ να κάνει κτ)ξορκίζω ρ μ
  (πιο απλά)βάζω κπ να υποσχεθεί κτ περίφρ
 Amanda pledged everyone to secrecy.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
Pledge of Allegiance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (vow of loyalty to the USA)υπόσχεση αφοσίωσης στη σημαία φρ ως ουσ θηλ
 Many parents object to the Pledge of Allegiance in schools because of the religious reference.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'pledge' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pledge στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pledge'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.