poise

SpeakerListen:
US

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
poise nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (manner: body position) (σώμα)στάση ουσ.θηλ.
  (μεταφορικά)στήσιμο ουσ.ουδ.
poise nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (manner) (συμπεριφορά)στάση ουσ.θηλ.
  (μεταφορικά)στήσιμο ουσ.ουδ.
  (μεταφορικά)αέρας ουσ.αρ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
poise viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (balance)ισορροπώ, αιωρούμαι ρ.αμ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'poise' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση poise στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'poise'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης