poise

Listen:
 /pɔɪz/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
poise nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (body position) (καθομιλουμένη)κορμοστασιά ουσ θηλ
  στάση ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)στήσιμο ουσ ουδ
 Arabella held herself with the poise of a dancer.
poise nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (manner)στάση ουσ θηλ
  (μεταφορικά)αέρας ουσ αρσ
  ύφος ουσ ουδ
 As she gave her speech, Maggie's poise was impeccable.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
poise nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (steadiness, stability)ακεραιότητα, σταθερότητα ουσ θηλ
  στάση ουσ θηλ
 For one so young, Ray showed great intellectual poise.
poise [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (balance)στερεώνω, στηρίζω ρ μ
  ισορροπώ ρ μ
 Larry poised the tray on his hip as he opened the door.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
inner poise nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (composure)εσωτερική ισορροπία επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'poise' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση poise στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'poise'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης