WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
poo,
US: poop
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, informal (faeces) (καθομ: χυδαίο)σκατά ουσ ουδ πλ
  (καθομιλουμένη)κακά ουσ ουδ πλ
  (λόγιο)κόπρανα ουσ ουδ πλ
  (επίσημο)περιττώματα ουσ ουδ πλ
poo,
US: poop
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
UK, informal (mild expletive) (χυδ: επιφώνημα)σκατά επιφ
poo interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (reaction to bad smell) (για άσχημη μυρωδιά)πιφ επιφ
 This sentence is not a translation of the original sentence. Πιφ! Από πότε έχεις να κάνεις μπάνιο παιδάκι μου;
poo viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." UK, informal (defecate)χέζω ρ αμ
  ξαλαφρώνω ρ αμ
  ενεργούμαι ρ αμ
  κάνω το χοντρό μου έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Pooh! also UK: Poo! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (reaction to bad smell)πουφ, πιφ επιφ
 Pooh! Who's wearing that stinky perfume?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση poo στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'poo'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: own | rough

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης