pork

SpeakerListen:
USUKScot
 /pɔːk/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
pork nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pig meat) (κρέας από γουρούνι)χοιρινό ουσ.ουδ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
pork chop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often pl (cutlet of pig meat)χοιρινή μπριζόλα ουσ.θηλ.
 My favourite meal is pork chops with mashed potato.
roast pork nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pig meat oven-cooked in fat)ψητό χοιρινό ουσ.ουδ.
 Roast pork with apple sauce is always a favourite dish for Sunday lunch.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'pork' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pork στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pork'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης