porous

SpeakerListen:
USUK-RP
 /ˈpɔːrəs/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
porous adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (absorbent, permeable)πορώδης επίθ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'porous' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση porous στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'porous'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης