porridge

Listen:
 /ˈpɒrɪdʒ/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
porridge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food: oatmeal)πόριτζ, κουάκερ ουσ ουδ
 We have porridge for breakfast in the winter.
 Τρώμε πόριτζ (or: κουάκερ) για πρωινό τον χειμώνα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
do porridge vtr + n UK, slang, figurative (serve a prison term) (αργκό, μεταφορικά)είμαι στη στενή φρ
  (καθομιλουμένη)είμαι μέσα, κάνω φυλακή φρ
 She's doing porridge for fraud.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'porridge' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση porridge στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'porridge'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης