porridge

SpeakerListen:
USScot
 /ˈpɒrɪdʒ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
porridge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food: oatmeal)πόριτζ, κουάκερ ουσ.ουδ.
 We have porridge for breakfast in the winter.
 Τρώμε πόριτζ (or: κουάκερ) για πρωινό τον χειμώνα.
porridge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang (prison term) (αργκό, φυλακή)στενή ουσ.θηλ.
  (αργκό)φρέσκο ουσ.ουδ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'porridge' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση porridge στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'porridge'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης