Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


pregnant:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

pregnant: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
pregnantadj (carrying a foetus)έγκυος επίθ.
 λόγιο, ιατρ.κυοφορούσα μτχ.εν.
 μεταφορικό, λογοτεχνικόγεμάτος, μεστός επιθ.
 μεταφορικό, λογοτεχνικόφορτισμένος επίθ.
My wife is pregnant.
Η σύζυγός μου είναι έγκυος.
* Η κυοφορούσα εργαζόμενη γυναίκα δικαιούται άδεια μητρότητας.
* Η σιωπή του ήταν μεστή νοήματος.
* Ακολούθησε μια φορτισμένη σιγή.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "pregnant".

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'pregnant' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'pregnant'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad